Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΙΑ Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Διαβάσατε το ποίημα για τη φιλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες;

Μια αλλιώτικη φιλία

      Με αφορμή το βιβλίο που μας παρουσίασε ο Χριστόδουλος "Ένας ήρωας αλλιώτικος", με πρωταγωνιστή έναν πιστό σκύλο, αλλά και στα πλαίσια της ενότητας για τη φιλία στη Ν.Ε. Γλώσσα και Γραμματεία, ας μελετήσουμε το κείμενο του Στρατή Μυριβήλη που ακολουθεί, στο οποίο τονίζεται η αφοσίωση και η καλοσύνη που διακρίνει πολλές φορές τα ζώα και έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ισχυρών δεσμών φιλίας με τους ανθρώπους. 

Στράτη Μυριβήλη, «Ο Καπιτάνιος»

Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.
           Ήταν ένας σκύλαρος ως εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιας άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ' ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα σε άσωτη καλοσύνη.
           Τ' αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.
           Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που 'βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά από το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς τον Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ' έπιανε μια συγκίνηση…Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ' έγλειφε πίσω από τ' αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το 'ξερα πως χωρίς αυτόνε θα 'μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το 'ξερα.
           Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ως τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης – ακουγότανε ως το σπίτι αυτό το καμπανάκι -, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια και δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.
           Όλος ο κόσμος το αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ' ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, το αρπούσε από το πόδι ή του σκιζε το βρακί.
           Ο χασάπης του 'ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ' ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να 'ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το 'χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.
           Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το 'γλειφε και έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει  το χασάπη. Τον γονατίζει με το 'να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη η διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του 'καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.
           Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγευμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία…Ένα κακό…Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν· κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με  σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, έριχνε λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.
           Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του 'χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ' το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτό πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ' αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβαριά στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.
           Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ' αφτιά πετσοκομμένα με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.
           Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε κι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του 'κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακουμπούσε, όπως το συνηθούσε , τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάσει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.
           Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου 'πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ' άναψε μ' ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό…δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ως την κορφή και μου γνεψε:
           - Έλα μαζί μου…
           Ξεκούμπωσε από το χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι, φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσό μας. Ο πατέρας σκυφτός και αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και γω από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιαχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά, ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρό, μπουνάτσα ή χειμωνιά.
           Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφόρα, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ' αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ' έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.
           Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ' ένα σκοινό κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και γω παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.
           Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ' ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας  μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοινό να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.
           - Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ως πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…
           Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου 'πε:
           -Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.
           Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν' απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Το ήξερα καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι' αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους. Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ως τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι, χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το 'βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του.           Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Άα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά, τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.
           Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα, και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ' αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου.  Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω, όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.
           Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το  'βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπεταρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοινό και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:
-Έλα!
           Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και 'γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ' όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα, στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο, μια δυο…Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ' αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που 'κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να 'ταν αυτός ο κούφος κράτος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από το τόπο.
           Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να 'γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ' έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:
           -Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…
           Η φωνή του ήταν αδύνατη. Ήθελε να μείνει μόνος.
           Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ' αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.
           Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να 'ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.  
[πηγή: Στράτης Μυριβήλης, «Ο Καπιτάνιος», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Γυμνασίου, Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Κ. Μπαλάσκας, Γ. Παγανός, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1987, σ. 284-290]

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ



Ζωρζ Σαρή

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράφει η μαθήτρια Παναγιώτα Τσιλογιάννη


Στο μυθιστόρημά της η Ζωρζ Σαρή παρουσιάζει την ιστορία της Χριστίνας Κανέλη. Η κοπέλα φεύγει από την Ελλάδα μετά τον εμφύλιο πόλεμο για να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή. Μεταναστεύει στο Παρίσι με πλαστό διαβατήριο. Στην αρχή όλα είναι πολύ δύσκολα και χρειάζεται πολύ κόπο για να ορθοποδήσει. Τα βράδια κάθεται στο δωμάτιό της ολομόναχη και κλαίει! Όνειρο και στόχος της είναι να γίνει ηθοποιός…

Φεύγοντας άφησε πίσω της την αδερφή της την Τόνια, τη μόνη της παρηγοριά. Σε αυτήν στέλνει γράμματα για να της πει ό,τι την προβληματίζει. Η Τόνια φροντίζει τη μητέρα της η οποία έπαθε μανία καταδιώξεως μετά από τον θάνατο της άλλης κόρης της, της Λευκής από τα βασανιστήρια των Γερμανών.

Από τη δεύτερη κιόλας μέρα επισκέπτεται το σπίτι ενός πολύ φιλόξενου ζευγαριού του Θράσου και της Ελπίδας που από τότε είναι πάντα στην διάθεσή της για να την ακούσουν. Στο σπίτι αυτό της έγιναν διάφορες προτάσεις για τον χώρο του θεάτρου καθώς και για εύρεση εργασίας από τους φίλους του ζευγαριού. Έτσι ξεκίνησε μια καριέρα, μια καινούρια ζωή η οποία άλλοτε την βρίσκει ευτυχισμένη και αισιόδοξη και άλλοτε μίζερη και δυστυχισμένη. Ξεκινά παραστάσεις σε ρόλο κομπάρσου και στη συνέχεια συμμετέχει και σε μεγαλύτερους θιάσους κάνοντας περιοδείες. Στην παρουσίαση ενός βιβλίου γνωρίζει την Ειρήνη και γίνονται αχώριστες φίλες. Μετακομίζει στην ίδια εστία της Πανεπιστημιούπολης με εκείνη και ξεκινά μαθήματα στη σχολή.

Η Χριστίνα συνεχίζει τις παραστάσεις και τις περιοδείες έχοντας στο πλάι της τον Γιάννη, έναν παλιό φίλο από την Αθήνα που συνάντησε στο Παρίσι μετά από καιρό. Κάποια στιγμή πηγαίνει σε ένα εστιατόριο για να γνωρίσει κάποιους φίλους της Ειρήνης από την Αλεξάνδρεια. Ανάμεσα στα τέσσερα αγόρια ήταν και ο Ανδρέας. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Τα αισθήματά τους αμοιβαία. Κοιτάζοντας τα μάτια του ένιωσε σα να τον ήξερε όλη της τη ζωή και πίστευε πως μπορούσε να του εξομολογηθεί όλο το παρελθόν που τη βάραινε τόσο καιρό. Αποφασίζει να χωρίσει με τον Γιάννη και να συνεχίσει τη ζωή της με τον Ανδρέα. Μέρα με τη μέρα ανακαλύπτουν πως έχουν πολλά κοινά και πως η μοίρα τους θέλει μαζί. Η μητέρα της Χριστίνας πεθαίνει. Εκείνες τις μέρες πεθαίνει και η μητέρα του Ανδρέα. Ο ένας παρηγορεί τον άλλο. Κάποια στιγμή αποφασίζουν να παντρευτούν και αποκτούν ένα γιο τον Άρη.

Η Χριστίνα, δώδεκα χρόνια μετά, γυρνά πίσω στο χρόνο. Κοιτάει με νοσταλγία το παρελθόν. Κλείνει τα μάτια και οι αναμνήσεις από το παρελθόν την πλησιάζουν γοργά. Απρόσμενος τρελός χορός. Είναι ο χορός της ΖΩΗΣ!  



ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ

ΜΙΧΑΕΛ ΕΝΤΕ
γράφει η μαθήτρια Ειρήνη Τζιάλλα
 

Το βιβλίο που διάβασα αναφέρεται σε μια ιστορία για το περιβάλλον με πρωταγωνιστές έναν μάγο και μία μάγισσα. Ο μάγος που ονομάζεται Βελζεβούλης Παλαβόπουλος ήταν ένας μυστικός σύμβουλος που το ανώτατο συμβούλιο των μάγων τον είχε βάλει να καταστρέψει τον κόσμο μέχρι τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς.

Ο Παλαβόπουλος είχε κι έναν γάτο που τον έλεγαν Μαουρίτσιο και τον είχαν στείλει από το συμβούλιο των ζώων για να κατασκοπεύει τον μάγο. Η μάγισσα που την έλεγαν Τυράννια ήταν η θεία του Βούλη (έτσι τον φώναζε)  η οποία ήταν μια κακιά μάγισσα του χρήματος. Μια μέρα ένα κοράκι ο Γιάκομπ Κράγκελ που ήταν το ζωάκι της Τυράννιας μπήκε από το παράθυρο κι έφερε δυσάρεστα νέα στον Βούλη, ότι δηλαδή η θεία του από στιγμή σε στιγμή θα ήταν εκεί. Η Τυράννια επισκέφτηκε τον Βούλη γιατί ήθελε το άλλο μισό της περγαμηνής για να φτιάξει το ΑΛΚΟΟΛΙΚΟΣΑΤΑΝΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΨΕΥΤΟΜΕΓΑΛΟΦΥΕΣ μαγικό φίλτρο. Με το φίλτρο αυτό μπορούσες να ανιστρέψεις όποια ευχή έκανες. Οι μάγοι το ήξεραν αυτό κι έτσι θα έλεγαν καλές ευχές και θα γινόταν το αντίθετο. Η μάγισσα ήθελε να φτιάξει το φίλτρο για να καταστρέψει τα ζώα, τα φυτά και τους ανθρώπους. Ο Βούλης όμως δεν της το έδωσε και έκαναν μια συμφωνία. Να φτιάξουν μαζί το φίλτρο κι έτσι και οι δύο θα εκπλήρωναν τις ευχές τους. Ο Βούλης το ήθελε για να καταστρέψει τον κόσμο, το ίδιο και η Τυράννια. Εν τω μεταξύ τα ζώα είχαν κρυφτεί μέσα σε ένα καζάνι και τα είχαν ακούσει όλα. Έτσι κάτι έπρεπε να κάνουν για να τους εμποδίσουν. Έτσι πήγαν στην εκκλησία για να χτυπήσουν την καμπάνα. Με αυτόν τον τρόπο η Πρωτοχρονιά θα ερχόταν νωρίτερα και οι ευχές που θα έκαναν οι μάγοι θα γινόταν κατά γράμμα. Εκεί όμως εμφανίστηκε ο Αϊ-Βασίλης και εμπόδισε τα ζώα να χτυπήσουν την καμπάνα.

Πίσω στη βίλα του Βούλη οι δύο μάγοι έκαναν τα μαγικά τους. Ο Αϊ-Βασίλης έδωσε στα ζώα ένα κουτάκι που μέσα είχε μία νότα και τους είπε να την ρίξουν μέσα στο φίλτρο και έτσι οι ευχές που θα έλεγαν οι μάγοι θα γινόταν έτσι όπως τις είπαν. Τα ζώα κατάφεραν να ρίξουν την νότα στο φίλτρο και όλες οι καλές ευχές που έλεγαν οι μάγοι έγιναν ακριβώς όπως τις ξεστόμισαν, καλές όχι το αντίθετο όπως περίμεναν. Έτσι το περιβάλλον σώθηκε και οι δύο μάγοι εξορίστηκαν από το συμβούλιο.



ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΣ

ΧΑΡΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

γράφει ο μαθητής Χριστόδουλος  Φασούλης


Μια μέρα ο μικρός ήρωας, λόγω της απουσίας του σκύλου του από την αυλή, θέλησε να αποκτήσει ένα νέο σκύλο-φύλακα. Μαζί με τον μικρό ήρωα συμφώνησε και ο πατέρας του και έκαναν μακρινό ταξίδι ως και τη βλάχικη ρούγα. Ύστερα από κάμποση ώρα φτάσανε στον προορισμό τους όπου και τους περίμενε ο μπαρμπα-Χρόνης που τους είχε υποσχεθεί ένα κουτάβι. Αφού διάλεξαν ένα, πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Στο σπίτι τους περίμενε η υπόλοιπη οικογένεια με ανυπομονησία. Όλο το βράδυ έψαχναν ένα όνομα για το κουταβάκι. Ύστερα από πολλές διαφωνίες, πήραν όλοι μαζί την απόφαση να τον φωνάζουν Ταρζάν.

Αφού πέρασε ο καιρός, ο Ταρζάν γίνεται πιστός με τον ανήλικο ήρωα. Έχοντας μεγαλώσει, ο Ταρζάν χρειαζόταν το δικό του σπίτι το οποίο ήταν ένα παλιό βαρέλι από κρασί. Ο σκύλος έχει μεγαλώσει, γίνεται δυνατός, γερός και υπάκουος ύστερα μάλιστα από τόση εκπαίδευση. Από εκεί και μετά αρχίζουν και οι πρώτες αντρειοσύνες.

Μια μέρα που ο πατέρας του μικρού ήρωα είχε πάει για να κόψει χόρτα είχε πει στο Χρήστο να πάει με το γάιδαρο να τα κουβαλήσει. Στη διαδρομή του επιτέθηκε ένα άγριο σκυλί. Ενώ αυτό τον κυνηγούσε επίμονα, ξαφνικά πετάχτηκε ο Ταρζάν, πάλεψε, νίκησε και έδιωξε το άλλο σκυλί σώζοντας τον Χρήστο.

Μια άλλη φορά, ενώ ο μικρός ήρωας πήγαινε στο θείο του, του επιτέθηκε μια αγέλη από επτά σκυλιά, αλλά την τελευταία στιγμή «καθάρισε» πάλι ο Ταρζάν.

Όταν τέλειωνε το μάζεμα του σιταριού, κάποιος έπρεπε να πάει στο μύλο για να το αλέσει. Αυτή τη χρονιά πήγε ο μικρός ήρωας. Εκεί υπήρχαν πολλά τσουβάλια και έτσι άργησε. Αφού αλέστηκε και το δικό του, πήρε το δρόμο για το γυρισμό. Στα μισά της διαδρομής βρήκε ένα λύκο και ο γάιδαρος έτρεξε γρήγορα. Πίσω είχε μείνει ο Ταρζάν να παλεύει με αυτό το άγριο θηρίο. Λίγο πριν το χωριό εμφανίστηκε και ο σκύλος με πληγές και αίματα. Όταν έφτασαν στο σπίτι κάλυψαν τις πληγές με πανιά. Οι διασώσεις συνεχίζονται με τον Ταρζάν να σώζει τον ήρωα ύστερα από το άφρισμα του ποταμιού στο μποστάνι που είχε πάει να φυλάξει.

Μια άλλη φορά ο σκύλος-ήρωας έσωσε τον αδερφό του μικρού ήρωα μέσα από τη φωτιά στο λόγκο όπου είχε πάει με τη μητέρα του να μαζέψουν ξύλα.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια και ο Ταρζάν έχει μεγαλώσει πολύ αλλά βαστά ακόμα. Τα χρόνια της κατοχής ήρθαν. Το χωριό βρισκόταν κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό όπου είχαν οι Γερμανοί τα φυλάκια τους και το χωριό ήταν συνέχεια στη μπούκα διότι ήταν το πιο εύκολο πέρασμα για ένα άλλο χωριό τρεις ώρες μακριά. Ο μικρός ήρωας γίνεται μάρτυρας μιας συζήτησης των ανταρτών οι οποίοι χρειάζονταν ένα άτομο να περάσει ένα μήνυμα στον πρόεδρο χωρίς να τον καταλάβει κανείς. Τότε πετάχτηκε ο μικρός ήρωας και αποφασίστηκε να πάει αυτός. Πήγε στο σπίτι, πήρε λίγο ψωμί για τον ίδιο και τον έμπιστο φίλο του και έφυγε. Πριν φτάσει στο Παραχέρι συνάντησε έναν Γερμανό αλλά για καλή του τύχη δεν τον κατάλαβε. Έφτασε στο χωριό, βρήκε τον πρόεδρο, του έδωσε το μήνυμα και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Στο γυρισμό τον έπιασαν οι Γερμανοί και αφού νύχτωσε καλά, τον έβαλαν μέσα σε μια καλύβα με δεμένα τα χέρια. Κάρφωσαν την  πόρτα και  έφυγαν. Στο κάτω μέρος της πόρτας υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα το οποίο ο Ταρζάν έκανε μεγάλο, ώστε να καταφέρει να δραπετεύσει ο ήρωας. Έφυγαν και ύστερα από μία ώρα έφτασαν στο σπίτι.

Τις τελευταίες μέρες που οι Γερμανοί θα έφευγαν, οι χωριανοί πήγαν σε ένα άλλο χωριό. Μια μέρα είχαν πάει κάποιοι να μαζέψουν τα τελευταία πράγματα. Είχε πάει και ο ήρωας με τον πατέρα του να πάρουν λίγο σιτάρι. Αφού κοίταξαν τριγύρω μήπως και υπήρχε κάποιος Γερμανός, πήγε ο καθένας στο σπίτι του. Καθώς ο πατέρας του ήρωα μάζευε το σιτάρι, πλησίασαν κάποιοι Γερμανοί και αφού σκότωσαν τον Ταρζάν, μπήκαν στο σπίτι αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Ο πατέρας του ήρωα έθαψε το ηρωικό σκυλί και πήρε το δρόμο για το γειτονικό χωριό.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

"ΕΡΗΜΩΜΕΝΑ ΧΩΡΙΑ"



                 Ο Γ. Ρίτσος (1909-1990) είναι ένας από τους κυριότερους ποιητές της γενιάς του 1930. Ο ποιητής έζησε και τραγούδησε με το έργο του, άλλοτε ηχηρά, άλλοτε χαμηλόφωνα και κουβεντιαστά, όλο το ιστορικό δράμα της Ελλάδας του 20ου αι .


           Το απόσπασμα που ανθολογείται στα Κείμενα Ν.Ε. Λογοτεχνίας β΄ Γυμνασίου ανήκει στην ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου «Η τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία». Το ποίημα γράφτηκε τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1942 και δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, το 1961, για να μην επηρεάσει η εθνική τραγωδία (εισβολή Γερμανών, κατάρρευση του μετώπου, σκληρή Κατοχή κ.α.) το εθνικό φρόνημα του λαού. Στο ποίημα εκφράζονται οι οδυνηρές αναμνήσεις του Ρίτσου από το καλοκαίρι του 1941 και την υποχώρηση του ελληνικού στρατού. 
             Με αφορμή το ποίημα, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ένα βίντεο για τη ζωή του ποιητή, να διαβάσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του και να ακούσουμε μελωποιημένη ποίηση. Μας άρεσε ιδιαίτερα η παρουσίαση του "Πρωινού άστρου" από τη συνάδελφο κ. Ευαγγελία Στάμου.