Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902 και πέθανε το 1930.
1902 | Γεννήθηκε την 1η Απριλίου στην Καλαμάτα. Πατέρας της, ο φιλόλογος καθηγητής Ευγένιος Πολυδούρης και μητέρα της η Κυριακή, το γένος Μαρκάτου. |
1905 | Ο πατέρας της μετατίθεται στο Γυμνάσιο Γυθείου. Εκεί θα τελειώσει η Μαρία το Δημοτικό και το Σχολαρχείο. |
1914 | Νέα μετάθεση του πατέρα της, αυτή τη φορά στα Φιλιατρά. Εκεί η Μαρία θα φοιτήσει στην Α΄ και Β΄ τάξη του Γυμνασίου. |
1916 | Η οικογένεια Πολυδούρη επιστρέφει στην Καλαμάτα. Η Μαρία σε ηλικία 14 ετών θα δημοσιεύσει στο περιοδικό «Οικογενειακός Αστήρ» το πρώτο της ποίημα. Είναι το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας» που έγραψε στα Φιλιατρά πριν ένα χρόνο. Συγκεντρώνει τα ποιήματά της στη συλλογή «Μαργαρίτες», που δεν εκδίδει ποτέ. |
1918 | Τελειώνει το σχολείο και διορίζεται, ύστερα από εξετάσεις, στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για το Γυναικείο Ζήτημα και τη χειραφέτηση της γυναίκας. |
1920 | Πεθαίνει ο πατέρας της και σε 40 ημέρες η μητέρα της. |
1921 | Εγγράφεται στη Νομική Σχολή. Αρχίζει να γράφει το ημερολόγιό της. |
1922 | Μετατίθεται στη Νομαρχία Αττικής. Φοιτάει στο Πανεπιστήμιο. Γνωρίζει τον Καρυωτάκη και δημοσιεύει ποιήματά της στα περιοδικά "Έσπερος" της Σύρου, "Ελληνική Επιθεώρησις", "Πανδώρα", "Παιδική Χαρά" και "Εύα". |
1924 | Γνωρίζεται με τον Αριστοτέλη Γεωργίου. |
1925 | Εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο χωρίς να τελειώσει τις σπουδές της. Γράφει τις τελευταίες σελίδες του Ημερολογίου και φεύγει για τη Φτέρη Αιγίου, όπου γράφει τη νουβέλα που δε θα δημοσιεύσει ποτέ. Φοιτάει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού και αργότερα στη Σχολή Κουνελάκη. |
1926 | Παίζει στο «Κουρέλι» του Νικοντέμι. Ταξιδεύει στο Παρίσι, όπου παίρνει δίπλωμα ραπτικής από την Ecole Pigier. |
1927 | Νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Charité. |
1928 | Επιστρέφει στην Αθήνα και νοσηλεύεται στη «Σωτηρία». Εκδίδει τη συλλογή «Τρίλλιες που σβήνουν». Αυτοκτονεί ο Καρυωτάκης. |
1929 | Παραμένει στη «Σωτηρία». Εκδίδει τη συλλογή «Ηχώ στο χάος». |
1930 | Πεθαίνει στις 30 Απριλίου στην κλινική Χριστομάνου. |
Για τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη διαβάστε ένα αφιέρωμα ΕΔΩ
«Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάει
κι αν του ανακόβεται η στιγμή
να ’ρθει, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή,
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.
[...]
Πάρτε το φως! Είναι η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είναι η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί...
μου αρνιέται την ψυχή μου...»
Μαρία Πολυδούρη, από το Λεξικό Νεοελληνικών Παραθεμάτων και Αφορισμών (επιμ. Γ.Π. Σαββίδης).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου