Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Μια ενδιαφέρουσα θεώρηση για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία

Η διδασκαλία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ως καλλιτεχνικό αντικείμενο

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ένα βασικό ζήτημα που συχνά ξεχνάμε όταν μιλάμε για πολιτισμική εκπαίδευση είναι ότι μένουμε μόνο στη διδασκαλία των Καλών Τεχνών, παραβλέποντας ότι η Νεοελληνική Λογοτεχνία αποτελεί ένα διδακτικό αντικείμενο από τον κύκλο της Τέχνης. Το ότι παραβλέπουμε ένα μάθημα που από δεκαετίες έχουμε εισαγάγει στο ελληνικό σχολείο, αποτελεί ταυτόχρονα και τεκμήριο ότι δεν το βλέπουμε καν ως καλλιτεχνικό, αλλά αυθαίρετα φιλολογικό. Το μάθημα, ειδικά στο Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, μέσα από το γνωστό τρόπο ανάλυσης έχει χάσει κάθε καλλιτεχνική λάμψη κι έχει μετεξελιχθεί σε ένα ακόμα μάθημα στείρας κρίσης και κενό δημιουργικής σκέψης, με ευθύνη κυρίως του αναλυτικού προγράμματος, αλλά και δασκάλων.
Το ίδιο το αναλυτικό ουσιαστικά βλέπει το αντικείμενο ως μάθημα γνώσης που οφείλει να τεθεί στην εξεταστική αξιολόγηση της δοσμένης από τον εκπαιδευτικό ανάλυσης. Ωστόσο, οι πληθωρικές φιλολογικές αναλύσεις κάνουν το αντικείμενο όχι μόνο βαρετό, αλλά και ξένο προς τους μαθητές που το βλέπουν ως μάθημα "αποστήθισης".
Ακόμα και οι φιλόλογοι λησμονούν ότι πρόκειται για ένα καλλιτεχνικό αντικείμενο, για έργα του λόγου με στόχο να μεταφέρουν μηνύματα και συναισθήματα. Αγκυροβολούν στη λογική των αναλύσεων -με τις γνωστές ασύμβατες προς τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο των μαθητών διδακτικές μεθόδους- με τη στειρότητα που διδάσκονται η αρχαιοελληνική γραμματική και το συντακτικό. Παραβλέπουν μέσα στην αυστηρότητα του αναλυτικού προγράμματος και την ευκολία της έτοιμης ύλης ότι κάνουμε λόγο για κείμενα ζωντανά.
Έτσι, αναπόδραστα τίθεται το ερώτημα, τι μπορούμε να κάνουμε. Πώς θέλουμε ένα νέο αναλυτικό πρόγραμμα; Ποια διδακτική προσέγγιση επιθυμούμε και τι μπορούμε να κάνουμε στο πλαίσιο του υπάρχοντος αναλυτικού;
Αποτελεί επιτακτική ανάγκη, το αντικείμενο να αποκτήσει την καλλιτεχνική του αίγλη. Να ξεφύγει από τις στείρες αναλύσεις και να δώσει έμφαση στην λογοτεχνική παραγωγή των μαθητών και τις δικές τους αναλύσεις. Έχει ιδιαίτερη σημασία να δοθεί ο λόγος στους μαθητές και το πώς αυτοί εκλαμβάνουν ένα έργο, τι εισπράττουν συναισθηματικά, πώς αντιλαμβάνονται το θιγόμενο θέμα και πώς το συνδέουν με το σήμερα. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για συγγραφή κειμένων ιδεών και μαθητικών προσεγγίσεων του ζητήματος που θίγει ένας λογοτέχνης.
Παράλληλα, αντί να κινείται γύρω από έτοιμες -δασκαλοκεντρικές- αναλύσεις, είναι δυνατόν το μάθημα να αποτελέσει το έναυσμα για συγγραφική παραγωγή των ίδιων των μαθητών. Με τη μορφή της αξιολόγησης ή ενός ενδοσχολικού (γιατί όχι και δημοτικού) φεστιβάλ είναι εφικτό να κινητοποιηθούν οι νεαροί προς τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων, να παίξουν με τις λέξεις, να γράψουν ποιήματα, διηγήματα ή νουβέλες.
Μάλιστα τούτη η πρόταση καλύπτει και δύο βασικές παιδαγωγικές ανάγκες. Από τη μια το μάθημα ξεφεύγει από τη στειρότητα των παραδοσιακών αναλύσεων και των εξετάσεων. Η αξιολόγηση δε θα γίνεται με τα κλασσικά διαγωνίσματα, αλλά μέσα από την παραγωγή λόγου που θα επιλέξει ο μαθητής.
Ταυτόχρονα, από την άλλη, δίνεται η ευκαιρία στους μαθητές χαμηλών επιδόσεων να αγαπήσουν το μάθημα και γενικότερα την παραγωγή γραπτού λόγου, ενισχύοντας τη βαθμολογία τους ή στη χειρότερη των περιπτώσεων, απολαμβάνοντας μία αναγνώριση της προσπάθειάς τους από τη σχολική κοινότητα ωθώντας τους να προσπαθήσουν ακόμα περισσότερο (από τη συγκριτική αποθάρρυνση των χαμηλών βαθμών).
Η διδασκαλία οφείλει να είναι βιωματική, δημιουργική και διαθεματική. Έτσι, θα είναι ευκολότερη η εκμάθηση των τεχνικών που χρησιμοποιούν οι λογοτέχνες, των σχημάτων λόγου κλπ. Αν το μάθημα γίνει δημιουργικό (και φυσικά μπορεί να γίνει συμμετοχικό και συνεργατικό), θα στραφεί στην έκθεση απόψεων και λογοτεχνικών ανησυχιών του μαθητή μπροστά στο κοινό της τάξης ή του σχολείου. Το διδακτικό αντικείμενο θα γίνει αγαπητό και θα έχει επιτευχθεί ο πραγματικός σκοπός της διδακτικής: η δημιουργική και κριτική αφομοίωση των βασικών αρχών της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής και η εξάσκηση των μαθητών στο γραπτό λόγο. 
Και τούτη η πρόταση συνδέεται άμεσα με τη διδακτική της νεοελληνικής γλώσσας στοχεύοντας στη βελτίωση του μαθητικού επιπέδου. Ήδη κατέχουμε μία από τις χειρότερες θέσεις διεθνώς στην κατανόηση και την κριτική απόδοση κειμένων ποικίλης χρήσης. Καταγράφεται –εμπειρικά και σε μελέτες- μία ιδιαίτερη αδυναμία άρτιας αναπαραγωγής λόγου σε ποικίλες κειμενικές ανάγκες (άρθρα, δοκίμια, προσεγγίσεις φαινομένων κλπ). Έτσι, η στροφή του αναλυτικού προγράμματος στην παρότρυνση των μαθητών να συγγράφουν άρθρα και λογοτεχνικά έργα στο πλαίσιο της διδασκαλίας της Νεοελληνικής Γλώσσας (λογοτεχνίας ή γλώσσας) θα συμβάλει καταλυτικά στη βελτίωση του γλωσσικού επιπέδου.
πηγή: tovivlio.net

 

 

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Αγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Νέο, άγνωστο και αθησαύριστο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ανακαλύφθηκε πριν από λίγο καιρό και κυκλοφορεί σήμερα, για πρώτη φορά, ύστερα από 108 χρόνια, από τις εκδόσεις «Ερατώ». Πρόκειται για τη «Νοσταλγία του Γιάννη», ένα χιουμοριστικό, βουκολικό, νησιώτικο διήγημα, με πασχαλινή θεματολογία. Είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Αλήθεια», το 1906, ενώ ο σπουδαίος Σκιαθίτης συγγραφέας ήταν ακόμη εν ζωή (απεβίωσε το 1911 από πνευμονία). Στη συνέχεια, επαναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οικογένεια», το 1928.
       Από αυτό το έντυπο έγινε η ανακάλυψη, από τον συλλέκτη και ερευνητή ανέκδοτων λογοτεχνικών κειμένων, Νίκο Σαραντάκο. Ο ίδιος ανέλαβε την επιμέλεια, την εισαγωγή και το επίμετρο στην πρώτη αυτή έκδοση του διηγήματος. «Η «Οικογένεια» ήταν λαϊκό εβδομαδιαίο περιοδικό. Μέσω της ανταλλαγής αρχειακού υλικού με τον μεταπτυχιακό φοιτητή Γιώργο Μιχαηλίδη, έφτασε στα χέρια μου το συγκεκριμένο τεύχος και ανακαλύφθηκε η «Νοσταλγία του Γιάννη». Δυστυχώς, η αρχική του δημοσίευση δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα», λέει.
    Η τελευταία φορά που βρέθηκε αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη ήταν το 2007, το «Γιαλόξυλο», που το έφερε στο φως ο καθηγητής Βασίλειος Τωμαδάκης και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημερίδας «Πατρίς», το 1905. Τότε, ο μελετητής και υπεύθυνος έκδοσης πολλών έργων του συγγραφέα, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, είχε αναφέρει: «Χρόνια το περιμέναμε! Διήγημα… δημοσιευμένο όσο ακόμη ζούσε ο Παπαδιαμάντης δεν είχαμε αξιωθεί να δούμε ύστερα απ’ τη στερνή καταγραφή του Γ.Κ. Κατσίμπαλη (1938)». Και έκλεινε με την ευχή: «Αμποτε την Πρωτοχρονιά του 2011 το κύμα να ξέβραζε και άλλο ποντισμένο διήγημα».
      Χρειάστηκε να περάσουν ακόμη τρία χρόνια για να πραγματοποιηθεί η ευχή του. Τώρα, μόλις έμαθε για τη νέα αυτή ανακάλυψη, έγραψε: «Μακάρι να αγκιστρώσετε στους βυθούς της λήθης και κάποιον άλλον παπαδιαμαντικόν ιχθύν».

 
«Καθώς έχω την πετριά να σκαλίζω παλιά έντυπα, έχω κατά καιρούς εντοπίσει και δημοσιεύσει αθησαύριστα κείμενα αγαπημένων μου συγγραφέων, του Λαπαθιώτη, του Βάρναλη, του Φιλύρα, αλλά με τον Παπαδιαμάντη το πράγμα διαφέρει. Ειδικά η «Νοσταλγία του Γιάννη» έχει γραφεί με νοσταλγία, αλλά και κέφι. Δεν άφηνε να φανεί το χιούμορ του εύκολα ο Παπαδιαμάντης, αλλά εδώ έκανε εξαίρεση», εξηγεί ο κ. Σαραντάκος. «Δεν θα ήθελα βέβαια να πέσω στην παγίδα του συλλέκτη και να πω πως πρόκειται για μια ανακάλυψη χωρίς προηγούμενο, ωστόσο πρόκειται για ένα μικρό διαμάντι, από τα πιο εκλεκτά. Το να έχουν βρεθεί μόνο δύο έργα του Παπαδιαμάντη μέσα σε 75 χρόνια δεν είναι και λίγο». Η χαρά της ανακάλυψης διαδέχτηκε την αγωνία: «Σαν τον αρχαιολόγο που βρίσκεται μπροστά σε νέο εύρημα, αναρωτιέσαι για την αυθεντικότητα, τη μοναδικότητα κ.λπ. Ωστόσο, πλέον, χωρίς υπερβολές μπορούμε να πούμε πως έχουμε το 172ο διήγημα του Παπαδιαμάντη».
Για τον εκδότη του οίκου «Ερατώ», κ. Μανουσάκη, το γεγονός της ανακάλυψης είναι συγκινητικό: «Είμαι 32 χρόνια στον χώρο των εκδόσεων και νιώθω πως το πιο σημαντικό κομμάτι ενός πολιτισμού είναι η γνώση μέσω των βιβλίων και η τέχνη μέσω της ποίησης. Και ο Παπαδιαμάντης τα συνδυάζει και τα δύο».

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2014

Στον Πατρίκ Μοντιανό το Νομπέλ Λογοτεχνίας

Ο Γάλλος Πατρίκ Μοντιανό είναι ο νικητής του φετεινού Νομπέλ Λογοτεχνίας. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας, ο Μοντιανό βραβεύεται "για την τέχνη της ανάμνησης με την οποία ζωντανεύει τις πιο ασύλληπτες ανθρώπινες μοίρες και αποκαλύπτει τον πραγματικό κόσμο της κατοχής".
Ο Πατρικ Μοντιανό γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1945 σε προάστιο των Παρισίων. Εχει εβραϊκή καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του, που ήταν γόνος επιφανούς θεσσαλονικιώτικης οικογένειας, και βελγικό αίμα από την πλευρά της μητέρας του. Σπούδασε στο  Lycée Henri-IV στο Παρίσι, όπου ο καθηγητής Γεωμετρίας ήταν ο Ρεϊμόν Κενώ, ένας συγγραφέας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του. Ο Μοντιανό έκανε το ντεμπούτο του ως συγγραφέας το 1968, με το μυθιστόρημα  La place de l’étoile, το οποίο είχε μεγάλη επιτυχία.

Οι ελληνικές εκδόσεις
Το έργο του Μοντιανό είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όπου μεταφράζεται εδώ και τριάντα περίπου χρόνια. Ανάμεσα στα βιβλία του, τα οποία έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, είναι η Χαμένη γειτονιά (Χατζηνικολή, 1987), η Οδός σκοτεινών μαγαζιών (Κέδρος, 1988), τα Άνθη ερειπίων (Οδυσσέας, 1992), το Άρωμα της Υβόννης (Λιβάνης, 1995), οι Κυριακές του Αυγούστου (Καστανιώτης, 1996), η Ντόρα Μπρούντερ (1999), το Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά (Πόλις, 2004), το Νυχτερινό ατύχημα (2005), το Στο Café της χαμένης νιότης (Πόλις, 2008) και η Μικρή Μπιζού (Πόλις, 2013).
Η δουλειά του Μοντιανό επικεντρώνεται σε θέματα όπως η μνήμη, η λήθη, η ταυτότητα και οι ενοχές. Το Παρίσι είναι πολύ συχνά παρόν στο έργο του και μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα πιο δημιουργικά στοιχεία του. Πολύ συχνά οι ιστορίες του έχουν αυτοβιογραφικά θεμέλια ή βασίζονται σε γεγονότα τα οποία συνέβησαν κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
Μερικές φορές αντλεί υλικό από συνεντεύξεις, άρθρα εφημερίδων ή τις δικές του σημειώσεις, τις οποίες έχει συγκεντρώσει κατά την διάρκεια των ετών.
Εχει βραβευτεί επίσης το 1972 από τη γαλλική ακαδημία και το 1978 κέρδισε το βραβείο Gongourt για το μυθιστόρημά του «Rue des boutiques obscures». Το 2010 τιμήθηκε από το Ινστιτούτο της Γαλλίας με το βραβείο Cino Del Duca ενώ το 2012 κέρδισε το αυστριακό κρατικό βραβείο ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ απηύθυνε σήμερα «τα πιο θερμά του συγχαρητήρια» στον συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό, ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, χαιρετίζοντας σε ανακοίνωσή του «το σημαντικό του έργο που ερευνά τη λεπτολογία της μνήμης και τη περιπλοκότητα της ταυτότητας». 
Ο 69χρονος Μοντιανό είναι ο δέκατος πέμπτος γάλλος συγγραφέας που τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία για την «τέχνη της μνήμης, χάρη στην οποία ζωντάνεψε τις πιο ανεπαίσθητες ανθρώπινες ιστορίες κι έφερε στο φως τη ζωή στην Κατοχή».
 Εξερευνώντας «την σκοτεινή περίοδο της Κατοχής», ο Μοντιανό «προσπαθεί να κατανοήσει πώς τα γεγονότα ωθούν τους ανθρώπους να χάσουν ή να αποκαλύψουν τους εαυτούς τους», πρόσθετε ο γάλλος πρόεδρος στην ανακοίνωσή του. Παράλληλα ο Ολάντ επεσήμανε ότι η βράβευση του γάλλου συγγραφέα «επιβεβαιώνει τη μεγάλη του επιρροή στη λογοτεχνία μας».
Από την πλευρά του ο εκδότης του Μοντιανό, ο Αντουάν Γκαλιμάρ, τον πήρε τηλέφωνο για να τον συγχαρεί και δήλωσε ότι ο συγγραφέας είναι «πολύ χαρούμενος».  «Μίλησα με τον Μοντιανό στο τηλέφωνο. Τον συνεχάρην και με τη συνηθισμένη σεμνότητά του μου είπε: “είναι περίεργο”. Όμως είναι πολύ χαρούμενος», εξήγησε ο Γκαλιμάρ. «Είναι μια μεγάλη έκπληξη για εμάς και μια υπέροχη ημέρα», πρόσθεσε ο εκδότης. «Έλαβα ένα τηλεφώνημα από την Σουηδική Ακαδημία δύο ή τρία λεπτά πριν την επίσημη ανακοίνωση. Με την περίφημη διακριτικότητά του, τον σκέφτομαι (τον Μοντιανό) όταν θα πρέπει να μιλήσει ενώπιον της Σουηδικής Ακαδημίας», πρόσθεσε με ένα χαμόγελο ο Γκαλιμάρ. «Και θα είμαι στο πλευρό του». Ο Γκαλιμάρ πίστευε ότι «θα χρειαζόταν να περιμένουμε 30 χρόνια προτού ένας άλλος Γάλλος τιμηθεί με το Νόμπελ μετά τον (Ζαν-Μαρί Γκουστάβ) λε Κλεζιό» το 2008.
Οι νικητές του Νομπέλ Λογοτεχνίας από το 1980 μέχρι το 2013
2013: Alice Munro, Καναδάς. 2012: Mo Yan, Κίνα. 2011: Tomas Transtromer, Σουηδία. 2010: Mario Vargas Llosa, Περού. 2009: Herta Mueller, Γερμανία. 2008: Jean-Marie Gustave Le Clezio, Γαλλία. 2007: Doris Lessing, Βρετανία. 2006: Orhan Pamuk, Τουρκία. 2005: Harold Pinter, Βρετανία. 2004: Elfriede Jelinek, Αυστρία. 2003: J.M. Coetzee, Νότια Αφρική. 2002: Imre Kertesz, Ουγγαρία. 2001: V.S. Naipaul, Βρετανός γεννηθείς στο Τρινιδάδ. 2000: Gao Xingjian, Γάλλος γεννηθείς στην Κίνα. 1999: Guenter Grass, Γερμανία. 1998: Jose Saramago, Πορτογαλία. 1997: Dario Fo, Ιταλία. 1996: Wislawa Szymborska, Πολωνία. 1995: Seamus Heaney, Ιρλανδία. 1994: Kenzaburo Oe, Ιαπωνία. 1993: Toni Morrison, Ηνωμένες Πολιτείες. 1992: Derek Walcott, Αγία Λουκία. 1991: Nadine Gordimer, Νότια Αφρική. 1990: Octavio Paz, Mεξικό. 1989: Camilo Jose Cela, Ισπανία. 1988: Naguib Mahfouz, Αίγυπτος. 1987: Joseph Brodsky, Αμερικανός γεννηθείς στη Ρωσία. 1986: Wole Soyinka, Νιγηρία. 1985: Claude Simon, Γαλλία. 1984: Jaroslav Seifert, Τσεχοσλοβακία. 1983: William Golding, Βρετανία. 1982: Gabriel Garcia Marquez, Κολομβία. 1981: Elias Canetti, Βρετανός γεννηθείς στη Βουλγαρία. 1980: Czeslaw Milosz, Αμερικανός γεννηθείς στην Πολωνία.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ο κόσμος αλλιώς!

Ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς μέσα από τα μάτια των παιδιών! Μια ταινία μικρού μήκους, βγαλμένη από τη φαντασία και τη δημιουργική διάθεση των μικρών μαθητών. Μήπως, τελικά, πρέπει να δούμε τα πράγματα αλλιώς, έχοντας οδηγό μας το παιδί που κρύβεται μέσα μας; 

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2014-2015

Καλή και δημιουργική σχολική χρονιά!!! Εύχομαι σε όλους τους μαθητές μου καλή αρχή στο νέο τους ξεκίνημα. 
Να είστε έτοιμοι για νέες περιπλανήσεις στο ταξίδι της γνώσης με υπομονή, κουράγιο, δύναμη και αγάπη. Θα είναι ένα ακόμη ταξίδι γεμάτο ευχάριστες ίσως και δύσκολες στιγμές, που θα σας δώσει εφόδια, αλλά και εμπειρίες για να μάθετε ακόμα περισσότερα μαθήματα... ζωής!!! Να είστε γεροί και πάντα έτοιμοι για όλα!!! Θα μου ΛΕΙΨΕΤΕ!!!

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Η ΙΛΙΑΔΑ ΚΑΙ Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕ...LEGO

Αν ζούσε ο Όμηρος θα αισθανόταν υπερήφανος για την "Lego" απόδοση των έργων του.
Η ομάδα του VirtuaLUG έχτισε έναν τεράστιο χάρτη-μακέτα με Lego που αναβιώνουν το έπος της Οδύσσειας και το τέλος της Ιλιάδας.
Ταλέντο, ευρηματικότητα, ιστορικές γνώσεις και τρέλα για τα Lego. Όλα στο πακέτο του ενός.

Δείτε τις φωτογραφίες του "Έπους":


 

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Ο Marquez κι ο Camus, o Εl Greco κι ο Picasso, o Neruda κι ο Hikmet Του Τίτου Πατρίκιου

Στη λογοτεχνία υπάρχει το πρόβλημα του αν μπορείς να τα πεις όλα. Εδώ συμβαίνει το εξής: όσο πιο νέος είναι κάποιος τόσο περισσότερο θέλει να τα πει όλα. Θα δείτε ότι τα γραπτά των νέων έχουν τη φιλοδοξία να τα καλύψουν όλα. Να μην τους ξεφύγει τίποτα. Να αποτυπώσουν τα πάντα και να απαντήσουν για τα πάντα. Όμως, όταν κάποιος μεγαλώνει, βεβαίως και χάνει τον αυθορμητισμό του, βεβαίως και χάνει τη δροσιά του και, βεβαίως, φθείρεται, αλλά, από την άλλη μεριά, εξίσου βεβαίως, συσσωρεύει κάποιες εμπειρίες και βλέπει ότι «όλα» δεν μπορούν να ειπωθούν ποτέ. Και όπου ειπώθηκαν, τελικά, το έργο που τα αποτύπωσε αυτά τα «όλα» κάπου πάσχει. Θα μου πείτε ότι σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας υπάρχουν κάποιοι, πέντε ή έξι, που το κατάφεραν. Για παράδειγμα, ο Όμηρος, ο Dante, ο Shakespeare. Αυτές, όμως, είναι οι εξαιρέσεις – έστω – που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Στην αρχή της λογοτεχνικής δημιουργίας σου, λοιπόν, θέλεις να τα πεις όλα. Σιγά σιγά, όμως, βλέπεις την αναγκαιότητα της αφαίρεσης. Αυτά ακριβώς τα αφαιρεθέντα είναι τα μη λεχθέντα. Πολλές φορές, δηλαδή, τα μη λεχθέντα είναι αναγκαία, ώστε να πάρουν δύναμη τα λεγόμενα μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο. Ταυτόχρονα, όμως, πολλές φορές, τα μη λεχθέντα εκφράζουν – και εδώ πάλι είναι κάτι διπλό – την αυτολογοκρισία που κάνουμε. Αφαιρούμε, δηλαδή, πράγματα, όχι γιατί βαραίνουν το κείμενο και το αδυνατίζουν, αλλά γιατί είναι επικίνδυνα είτε για τη σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας είτε για τη σχέση που έχουμε με τους άλλους είτε, ακόμη χειρότερα, για τη θέση που έχουμε μέσα στην κοινωνία.

Από την αυτολογοκρισία, από αυτή, δηλαδή, τη λειτουργία τού εκουσίως μη λεχθέντος, κανένας λογοτέχνης δεν μπορεί να απαλλαγεί πλήρως, ποτέ. Από εκεί και πέρα, νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες διαφορές ανάμεσα στα είδη του λόγου και, κυρίως, ανάμεσα στην πεζογραφία, στο μυθιστόρημα ειδικότερα και την ποίηση.

Το μυθιστόρημα
Το μυθιστόρημα, σε σχέση με την ποίηση, μου έχει φανεί σαν ένα ανοιχτό ειλητάριο. Το ειλητάριο είναι το «ρολό». Παλιά έγραφαν τα έργα χειρόγραφα σε τέτοια ειλητάρια, τα οποία στις παλιές βιβλιοθήκες ήταν τυλιγμένα και έμπαιναν στα ράφια. Το μυθιστόρημα, λοιπόν, μου φαίνεται σαν ένα ανοιγμένο ειλητάριο που είναι μπροστά σου, το διαβάζεις, μετά το συμπτύσσεις και, τέλος, κρατάς κάτι ή και πολλά. Η ποίηση, αντιθέτως, μου φαίνεται σαν ένα κλειστό, τυλιγμένο ειλητάριο, που σιγά σιγά το ανοίγεις και μπαίνεις σε αυτό.

Στην ποίηση, επομένως, ανακαλύπτεις ότι τα μη λεχθέντα είναι περισσότερα από τα λεχθέντα, ενώ στο μυθιστόρημα βλέπεις ότι τα λεχθέντα, πολλές φορές, είναι περισσότερα και ότι, τελικά, χρειάζονται και κάποια μη λεχθέντα. Για παράδειγμα, ο μαγικός ρεαλισμός, όπως αυτός της Λατινικής Αμερικής, που, αν και απολαυστικός, πολλές φορές είναι επαναληπτικός. Ένα μυθιστόρημα το οποίο αγαπώ και με έχει συνεπάρει, το «Εκατό χρόνια μοναξιά» του Gabriel Garcίa Marquez, μου έδωσε την εντύπωση ότι το δεύτερο μισό του είναι επανάληψη του πρώτου μισού.

Ένα ακόμη παράδειγμα: πρόσφατα που ήμουν στη Ρώμη, πήγα με φίλους και είδαμε μια πολύ ωραία παράσταση του «Καλιγούλα » του Camus. Αν και για το έργο είχα μια αμυδρή εικόνα στο μυαλό μου, γιατί, όταν ζούσα στο Παρίσι, το είχα μάλλον διαβάσει, η πρώτη πράξη με συγκλόνισε. Είναι από τα πιο διεισδυτικά έργα. Είναι ένα έργο που, χωρίς να κάνει ρητορεία και πολιτική, κάνει καταγγελία τού τι μπορεί να είναι μια απεριόριστη δικτατορία, μια απεριόριστη τυραννία, η οποία, βεβαίως, δεν είναι πλέον του Καλιγούλα μόνο, αλλά και όλων των σύγχρονων δικτατόρων. Ύστερα, όμως, ήλθε η δεύτερη πράξη, που την αισθάνθηκα ως επανάληψη της πρώτης. Εκεί ήταν τα υπερβολικώς λεχθέντα. Ο Camus τα είχε ήδη πει όλα σε μία πρώτη πράξη.

Κάποιες φορές, επομένως, χρειάζονται και στο μυθιστόρημα τα μη λεχθέντα, για να γίνει η λογοτεχνική συμπύκνωση του έργου. Και, κυρίως, χρειάζεται αυτό το σημαντικό που το έχει ήδη πει ο Αριστοτέλης και εμείς το επαναλαμβάνουμε πιο απλά, θεωρώντας το κάτι τετριμμένο, ενώ είναι η υπέρτατη αρχή της τέχνης: ένα έργο πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος. Διαφορετικά, δεν υπάρχει. Όπως γνωρίζετε, μάλιστα, όσοι γράφετε, το δυσκολότερο πράγμα είναι το τέλος. Το πώς να τελειώσεις κάτι.

Ένα άλλο σημείο για τα μη λεχθέντα σε ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι και το εξής: οι συγγραφείς, ενώ στο έργο τους αφαιρούν αυτά που θα ήθελαν να πουν, αυτά που είπε ο ταπεινός υπάλληλος στον διευθυντή, γιατί το «μπλέξιμο» θα ήταν και με τον εαυτό τους και με τους άλλους, όσο ήταν και εκείνου του φουκαρά του υπάλληλου, αυτά τα αφαιρεθέντα δεν τα απορρίπτουν πλήρως. Τα αποτυπώνουν αλλού. Ο Ρίτσος πάντα μου έλεγε: «Απ’ ό,τι γράφεις πρέπει πάντα να αφαιρείς τα μισά. Αλλά να μην τα πετάς. Να τα κρατάς, γιατί αργότερα μπορεί να αντλήσεις κάτι από εκεί».
Τελικώς, τα μη λεχθέντα μπορούν να γίνουν λεχθέντα, αλλά περιθωριακώς λεχθέντα, στα ιδιωτικά κείμενα. Τέτοια κείμενα είναι οι επιστολές, κυρίως, οι οποίες απευθύνονται σε ένα μόνο πρόσωπο. Είναι άλλο θέμα αν ο παραλήπτης τις κοινοποιεί. Όμως αυτός που γράφει μια επιστολή δεν τη γράφει για να κοινοποιηθεί, γι’ αυτό και εκεί βάζει μη λεχθέντα της καθημερινότητάς του. Αυτό πολύ περισσότερο συμβαίνει στα προσωπικά ημερολόγια των ανθρώπων, τα οποία είναι γεμάτα από μια μεγάλη σειρά μη λεχθέντων δημόσια.

Η παρουσία των μη λεχθέντων παίζει μεγάλο ρόλο και σε ένα άλλο λογοτεχνικό είδος – σε μας δεν είναι ανεπτυγμένο, αλλά σε άλλες χώρες είναι –, τις αυτοβιογραφίες. Στις αυτοβιογραφίες εμφανίζεται πληθώρα μη λεχθέντων. Ούτε και εκεί, όμως, μπορούν να ειπωθούν τα πάντα, διότι τα μη λεχθέντα είναι και αυτά διπλά: είναι τα μη ειπωθέντα και τα μη γραφέντα. Κάποιες φορές υπάρχουν ειπωθέντα που δεν γράφονται. Αλλά αυτά τα μη γραφέντα είναι ταυτόχρονα και λεχθέντα και μη λεχθέντα. Εδώ, δηλαδή, εμφανίζεται και πάλι το πρόβλημα των πολλαπλών λογοκρισιών. Διότι, όπως είπαμε, είναι πολλές οι λογοκρισίες που υπάρχουν. Είναι η εξωτερική, η εσωτερική, η ψυχολογική, η συνειδητή, η υποσυνείδητη και ούτω καθεξής.
Αλλά και η ελλειπτικότητα στην ποίηση, η οποία, στα έτη του ’30, λόγου χάρη, θεωρήθηκε βασικό στοιχείο του ποιητικού λόγου, πολλές φορές οδηγεί σε μια υπερβολή των μη λεχθέντων, σε μια υπερβολή ανάθεσης της ευθύνης στον αναγνώστη να αναπληρώσει τα μη λεχθέντα. Θα πρέπει να πούμε, όμως, ότι τα μη λεχθέντα ενός υποκειμένου δεν γίνονται εύκολα κατανοητά από τα άλλα υποκείμενα, γι’ αυτό και, πολλές φορές, δημιουργούνται παρερμηνείες και παρανοήσεις. Αυτό οφείλεται στη διαφορετική ανάλυση της πραγματικότητας, στη διαφορετική σύλληψη των πραγμάτων από τις διαφορετικές συνειδήσεις των ανθρώπων. Διότι η συνείδηση, όσο και αν οι άνθρωποι συμπίπτουν ιδεολογικά ή πολιτικά, ευτυχώς, δεν γίνεται ποτέ μονολιθική και ενιαία. Έτσι, αυτό που εγώ αντιλαμβάνομαι ως Α ο άλλος το αντιλαμβάνεται ως Ω, ως το αντίθετό του.

Η ζωγραφική
Κατά την άποψή μου, μια τέχνη που μπορεί να συλλάβει τα μη λεχθέντα είναι η ζωγραφική. Σε ορισμένα πορτρέτα ανακαλύπτεις μη λεχθέντα που δεν τα έχει πει ούτε το ίδιο το απεικονιζόμενο πρόσωπο. Στις άλλες τέχνες είναι δύσκολο να γίνει, διότι, στον βαθμό που γίνεται, γίνεται για συμβολικά και όχι για πραγματικά πρόσωπα. Για παράδειγμα, στη λογοτεχνία, ειδικά στο μυθιστόρημα, βλέπεις ότι κάθε τόσο αποκαλύπτονται από τους ήρωες μη λεχθέντα. Αυτά, όμως, αφορούν τους φανταστικούς ήρωες κάποιου έργου και όχι συγκεκριμένα πρόσωπα.
Στη ζωγραφική, αντιθέτως, βλέπεις πρόσωπα και διαπιστώνεις πόσα φοβερά μη λεχθέντα είχαν. Αυτό, βεβαίως, συμβαίνει στη μεγάλη ζωγραφική και, κυρίως, στη ζωγραφική της Αναγέννησης. Για παράδειγμα, στον Ticiano, τον El Greco ή τον Velazquez. Όλοι αυτοί οι άγιοι ή οι συγκεκριμένοι πρίγκιπες και καρδινάλιοι τους οποίους ζωγραφίζουν έχουν ατέλειωτα μη λεχθέντα. Από τη μοντέρνα ζωγραφική, πάντως, αυτό το έχω δει πολύ χαρακτηριστικά στον Picasso. Αναφέρω ως παράδειγμα τη σειρά των πορτρέτων που έχει κάνει για την Dora Maar  – «Η γυναίκα που κλαίει», «Η γυναίκα που γελάει» –, όπου βλέπεις πάρα πολλά μη λεχθέντα.

Η ποίηση
Επανερχόμενος στον ποίηση, νομίζω ότι, τελικά, η ελλειπτικότητα του ποιητικού λόγου, αντί να οδηγεί σε μια συγκινησιακή συμπύκνωση, πολλές φορές οδηγεί σε μια ακύρωση του αφηγηματικού – δηλαδή του λεχθέντος – στοιχείου που, πάντα κατά τη γνώμη μου, είναι απαραίτητο και στον ποιητικό λόγο. Δεν υπάρχει ποίημα το οποίο μπορεί να επιβιώσει, αν δεν λέει κάτι, και αν αυτό το κάτι δεν γίνει λεχθέν. Αν λόγου χάρη ο Καβάφης επιβιώνει τόσο έντονα, είναι γιατί σε κάθε ποίημά του λέει κάτι.

Η σουρεαλιστική ποίηση, καταργώντας τους φραγμούς και τα φίλτρα, κυρίως διά της αυτόματης γραφής, ήθελε να απελευθερώσει το εγκλεισμένο στο υποσυνείδητο μη λεχθέν, ακόμα και το μη συνειδητοποιηθέν, και να τα κάνει να λεχθούν. Οι σουρεαλιστές διάλεγαν μια τυχαία λέξη από ένα τυχαίο κείμενο – ο όρος ντανταϊσμός από μια τυχαία λέξη φτιάχτηκε – και ξεκινώντας από αυτήν έγραφαν αυτοματικά, χωρίς αυτοέλεγχο και χωρίς να σταματούν σ’ ένα καθορισμένο τέρμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μια σειρά από πράγματα, τα οποία λόγω του εγκλεισμού τους στο υποσυνείδητο έμεναν ανείπωτα, γίνονταν – υποτίθεται – ειπωμένα. Εν τούτοις ουδείς υπερρεαλιστής ετύπωσε τα ποιήματά του σ’ αυτή την αρχική, ακατέργαστη μορφή. Για να αποκτήσουν ποιητική υπόσταση όλοι τα ξαναδούλευαν. Βεβαίως, μέσα από αυτή τη διαδικασία πολλές φορές έβγαιναν φοβερές επινοήσεις, φοβερά ευρήματα. Αλλά εάν αυτό το εγχείρημα δεν αποκτούσε αρχή, μέση και τέλος, δεν γινόταν ποίηση.

Όπως όλοι οι ποιητές της γενιάς μου, έχω περάσει και εγώ από τη γοητεία του σουρεαλισμού. Αυτή την άσκηση, αυτό το πείραμα το έκανα συστηματικά δύο φορές στη ζωή μου. Τη μία, μαζί με άλλους φίλους στην εξορία, στις αρχές των ετών ’50. Βέβαια δεν λέγαμε παραέξω πως κάναμε μια σουρεαλιστική απόπειρα γιατί εκεί ο σουρεαλισμός ήταν και ως όρος ακόμα καταδικασμένος. Την άλλη ήταν στο Παρίσι, στις αρχές του ’60, όπου νόμιζα ακόμη ότι είχα απαλλαγεί από πνευματικούς – κοινωνικοπολιτικής πηγής – καταναγκασμούς. Όμως όλα εκείνα τα γραφτά έγιναν υλικό για περαιτέρω επεξεργασία και, κυρίως, για μεγαλύτερη μετατροπή των έως τότε μη λεχθέντων σε λεχθέντα. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο βλέπω την αναγκαιότητα του πλήρως λεχθέντος. Ταυτόχρονα βλέπω τη λειτουργία τού μη λεχθέντος ως συμπλήρωμα και όχι ως ακύρωση, ως υποβοήθηση και όχι ως μείωση του λεχθέντος.

Η ποίηση, βεβαίως, σε σχέση με το μυθιστόρημα έχει ένα πλεονέκτημα, ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές τυραννιών, δικτατοριών, καταπιέσεων και μεγάλων λογοκρισιών: με τον συμβολικό λόγο της και με τα σχήματά της, κυρίως τη μεταφορά και την αλληγορία, μπορεί να πει έμμεσα περισσότερα πράγματα από ό,τι το μυθιστόρημα, το οποίο είναι αναγκασμένο να τα πει ευθέως, οπότε υπόκειται πολύ περισσότερο στη λογοκρισία. Γι’ αυτό και θα δείτε ότι στις δικτατορίες – όχι ότι χρειαζόμαστε δικτατορίες – περισσότερο ανθεί η ποίηση παρά το μυθιστόρημα. Και τούτο, διότι η ποίηση μπορεί να «διαφύγει» περισσότερο. Όταν όμως η λογοκρισία συλλάβει τα μη λεχθέντα που περιέχουν τα λεχθέντα, τότε συλλαμβάνονται οι ίδιοι οι ποιητές και κλείνονται σε κάποιο στρατόπεδο για να πεθάνουν, όπως έγινε στην τότε Σοβιετική Ένωση.

Και κάτι ακόμη. Τα μη λεχθέντα της ποίησης πολλές φορές γίνονται λεχθέντα μέσω της χρησιμοποίησης συμβόλων. Από τη στιγμή που στον λόγο υπάρχει σύμβολο, υπάρχει ταυτόχρονα και λεχθέν, το οποίο σε καλεί να ανακαλύψεις τι συμβολίζει, άρα να βρεις το μη λεχθέν. Γι’ αυτό και το σύμβολο είναι πάρα πολύ επικίνδυνο. Μπορεί να σε οδηγήσει, όπως είπαμε, σε παρερμηνείες. Αλλά και το σύμβολο είναι κάτι διπλό. Είναι άλλο πράγμα ένα έργο το οποίο καταλήγει να γίνει σύμβολο – ο Οιδίποδας έγινε εκ των υστέρων σύμβολο· δεν τον δημιούργησε ο Σοφοκλής, για να φτιάξει ένα σύμβολο – και άλλο ένα σύμβολο που το παίρνεις εκ των προτέρων, για να το επιβάλεις ως έργο. Και θα δείτε ότι μια πολυάριθμη, αλλά κακή λογοτεχνία του προηγούμενου αιώνα ήταν η λογοτεχνία των συμβόλων και, κυρίως, των πολιτικοκοινωνικών συμβόλων.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι στην ποίηση δεν μπορεί να υπάρξει το αφηγηματικό και το δραματικό στοιχείο. Και στην ποίηση υπάρχει η δυνατότητα να ακούγεται και «άλλη φωνή», μόνο που τότε η ποίηση τείνει να γίνει επική, ενώ, αν θέλετε, ο νόμιμος απόγονος του έπους είναι το μυθιστόρημα. Στον προηγούμενο αιώνα, πάντως, είχαμε εκτεταμένα ποιήματα, του Ρίτσου, του Neruda και του Hikmet, με ήρωες, με διαφορετικά πρόσωπα, με διαφορετικές φωνές, αλλά παρέμεναν βαθύτατα ποιητικά. Αυτό, όμως, είναι πολύ δύσκολο να το πετύχει κανείς. Στην ποίηση, άλλωστε, όλα είναι δύσκολα.
πηγή: το ΠΟΝΤΙΚΙ